ὑπερπλήθης

ὑπερπλήθης
ὑπερπίμπλημι
overfill
aor ind pass 2nd sg (homeric ionic)
ὑπερπλήθης
masc/fem acc pl (attic epic doric)
ὑπερπλήθης
masc/fem nom/voc pl (doric aeolic)
ὑπερπλήθης
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ὑπερπληθής — superabundant masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερπληθής — ές / ὑπερπληθής, ές, ΝΜΑ υπέρμετρα πολυπληθής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + πληθής (< πλῆθος), πρβλ. ἐμ πληθής] …   Dictionary of Greek

  • ὑπερπληθῆ — ὑπερπληθής superabundant neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ὑπερπληθής superabundant masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ὑπερπληθής superabundant masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερπληθεῖς — ὑπερπληθής superabundant masc/fem acc pl ὑπερπληθής superabundant masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερπληθές — ὑπερπληθής superabundant masc/fem voc sg ὑπερπληθής superabundant neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλεοναστός — ή, όν, Α [πλεονάζω] υπερπληθής, πολυάριθμος …   Dictionary of Greek

  • υπερπλήθω — Α είμαι υπερπληθής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + πλήθω «είμαι γεμάτος»] …   Dictionary of Greek

  • υπερπληθύνω — Α [πληθύνω] είμαι υπερπληθής …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”